Μοναχική κουκέτα τρένου στο Ζάγκρεμπ
Είναι μια παραδοχή από τσιμέντο
Ύφους μπρουταλιστικού όπου στο φως
Του σύγχρονου μεσημεριού
Ενοχλεί
Τσιμπάει ολόκληρο τη γειτονιά
Τα γύρω διαμερίσματα εκμετάλλευσης
Κάποιου Μαυροβούνιου μαφιόζου.
Α το γκρίζο το παράσιτο
Του πεθαμένου καθημερινού.
Είμαστε ν' ανεβαίνουμε τις σκάλες
Ακούγοντας που γουργουρίζει
Η κοιλιά του
Πεινασμένου κτιρίου
Πρώην κρατική
Της Κροατίας περιουσία
Γραφεία κατασκευών
Ή αλλαντικών χτισμένα
Το εβδομήντα δύο
Με ψηλές γραμματίνες γαλάζια ταγέρ
Κατακίτρινους κότσους
Και μικροπεριστατικά σαν ν' ακούς: Φωνάχτε το κέντρο δηλητηριάσεων
Μια μουτζούρα στο χαρτί μπήκε στο στόμα
Του προσωπάρχη.
Και τα περβάζια σιδερένιες τούρτες που ξεπυρώνουνε
Σαν προχωρά η ώρα
Και σβήνουν
Αδιάφορα
Καρέκλες κουρέλες τραπέζια
Βουρκωμενα στη σκόνη
Και τη μέρα
Σαν χυμένος γαλλικός καφές στο πάτωμα
Την πατήσαμε όπου έμπαινε
Είναι μ' επίμονη τη γλώσσα
Ξεσηκωτικά και υγρά
Ν' ανατριχιάζει το αυτί μου
Και να μου λέει που μικρός
Έκανε ανθρωπάκια με το δάχτυλο
Στον αφρό της Guinness.
Αυτό το μέρος φαλήρησε
Τώρα θάνατος σε τετραγωνικά
Επένδυση στραβή
Ίσως και να μην ήταν του συρμού
Τα προϊόντα
Και οι κοινωνίες
Περνούν
Δεν υπάρχουνε πια παιδικές ασφάλειες
Στα δικά μας ιδιωτικά αμάξια
Ήρθαν τελικά
Τα κιτρινιάρικα δημόσια φώτα
Και είμαι να βγάλω ο,τι έχω
Να γδυθώ
Αργά
Τον ανδρισμό μου να πάρει
Και καλά πολύ καλά
Να με αγκαλιάσει έπειτα
Στο βαλκανικό
Κρύο.
{Λιουμπλιάνα, 17.7.2021}
Κάτω απ' το διαμέρισμα του ποιητή Ντάνε Ζάιτς
Θα σκοτώσουμε όλα τα πουλιά
Όλα. Όλα, είπανε τα κοράκια στο σκοτάδι
«Όλα τα πουλιά» Dane Zajc
Στο χέρι λίγο πράσινο νερό του ποταμού
Μωρά παπάκια ξεμυτάν απ' τις ραφές της φούστας
Κι ένας κάστορας χτυπά ένα χαμόγελο ουράς
Τι ποίημα θα έγραφε για τη γειτόνισσα του ο Ζάιτς;
Εκείνη στέκεται με καφετιά παπούτσια
Στα μωσαϊκά της σκάλας
Ολόκληρη μια ψευτόχρυση πλακέτα
Στο κρεμ ξύλο της πόρτας
Με τ' όνομα: Τατιάνα.
Ποιός ξέρει αν τη γνώρισε όσο ακόμα ζούσε.
Θα έβλεπε ωστόσο τα σπουργίτια
-Μ' όλο τους το στήθος μαύρες πινελιές
Σαν χαβιάρι και χαρακτικό περίτεχνο-
Μέσα στο σπίτι μέσα στα σπλάχνα
Της Τατιάνας, καθώς που θα ξεκλείδωνε
Να πάει στο σουπερμάρκετ, να πάει
Από δω, να πάει από κει - δουλειά δική της.
Θα 'βλεπε τι φτερό χτυπιέται
Όπως εκείνη θα περνά
Κι όπως θα ξεμακραίνει.
Γιατι σκάβουνε τώρα πιο βαθιά.
Στη Σλοβενία. Στον κόσμο.
Στο τώρα, ποιητή.
Και ναι σκοτώνουνε
Και ψάχνουνε πιο έξυπνα, πιο δραστικά
Μέσα στα σπίτια
Μέσα στα σπλάχνα πιο βαθιά
πιο σκοτεινά και σπρώχνουνε
Πιέζουν εγκλωβίζουν πνίγουνε
Από την πείνα ως τη συνείδηση
Κι απ' το κορμί ως το μικρούλι
Πεδίο της τρυφερότητας
Σκάβουνε κυνηγούνε ψάχνουν
Και πιο φτηνά
στις διεθνείς τις αγορές
Μας ξεπουλάνε.
{Λιουμπλιάνα, 19.7.2021}
Οι παπαγάλοι του ποιητή Κοτσμπέκ
Κι όμως, αν μερικοί από μας
Σταθούμε γνήσιοι άντρες,
Ακίνητοι και σοβαροί και αποφασισμένοι
Σιωπηλοί σε όλο αυτό το πανδαιμόνιο,
Τότε ασφαλώς, πολύ σύντομα
Οι παπαγάλοι που ζουν ανάμεσα μας
Θα πεθάνουν.
«Οι παπαγάλοι» Edward Kocbek
Τόσο μεγάλο άδειο, μήτε μηχανή
Να επιβάλλει το πέρασμα ενός άντρα
Στις λεωφόρους και στους δρόμους
Της Λουμπλιάνα.
Φαίνεται πως ήρθε η εποχή των σιωπηλών
Ανδρών μέσα στο άδειο
Όπως η τωρινή ιδέα της δικαιοσύνης
κι όπως το σώμα που διψαλέο
με ψύχρα στα χέρια και στις κάλτσες
γυρνά παραποτάμια τη νύχτα.
Το πάει για βροχή.
Βλέπω την πόλη πως δέχεται
Την αλλαγή σωματικής θερμοκρασίας
Ήθελες απλά
να σκάσουνε οι παπαγάλοι ποιητή
Κοίτα τώρα τη σιωπή που ουρλιάζει
Πιο σιχαμερά
Καθώς η δική σου η γενιά με τις σημαίες
Και τα παρτιζάνικα τραγούδια
έχει πια χαθεί
Και το κόκκινο των δρόμων
Το φάγανε νεαρό σαν γόπα
Μέσα στον εικοστό αιώνα
Πριν προλάβει ν' αλλάξει φύλο.
Γιατί τα ψαράκια το 'χουνε αυτό.
Πού μυαλό για γνήσια αρσενικά.
Και οι παπαγάλοι συνεχίζουν σιωπηλά
Να ξεφωνίζουνε τα ίδια και τα ίδια
Δίχως πρωτοπορία δίχως τη φαντασία
Με εκείνη την εκνευριστικά επίμονη
Φωνή του αφεντικού τους.
{Λιουμπλιάνα, 20.7.2021}
Να δοκιμάσεις το σπιτικό Άϊβαρ
Ελαφρά η πετούνια γυρίζει - για
Πόσο;- στο κροατικό αεράκι.
Το ποδήλατο κάτω, γρασίδι
Καλοκομμένο. Ηρεμία.
Δύο φορές την εβδομάδα βγαίνει
Ο μπλε σάκος στην αυλή
Και της γειτονιάς τ' αγόρια εξασκούνται
Στο μποξ.
Μέσα στο σπίτι φουρνίζονται πατάτες.
Α το κεφάλι σκύβει βουβαλίσια στον στόχο
Και του ενός η πλάτη γράφει: ούτε
Ο Θεός δεν θα με κρίνει.
Όπως το σπίτι βλέπεις στο αριστερό σου χέρι
Ψήλωσαν τα χόρτα
Κι έχουν σκεπάσει το γκαράζ εκείνων
Που λείπουνε στη Γερμανία χρόνια.
Κίνδυνος για φίδια.
Σε λίγο
Σταμάτησε η προπόνηση.
Οι καμπανούλες κρύβουν κάτι ευρύ
Στο άρωμα τους
Κι μετά
Επάνω στο γραφείο
του δροσερού δωμάτιου
Πλατύ χαμόγελο
Έμπειρου οδηγού
Χρόνων δεκαεννιά
Και γύρω του δεκάδες
Άγγελοι καθολικοί
Και χρυσοσκονισμένοι
Από φτηνό οικείο πηλό.
{Λιουμπλιάνα, 20.7.2021}
Πτήση Φρανκφούρτη - Αθήνα
Στο ξένο αεροδρόμιο
Μωρό με φωνή πέντε πρωινών
Οικοδομικών ανακαινίσεων
Και μια διπλανή
με μουσταρδί φουστάνι σακάκι γκρι
που ανά χείρας ο βίος του γέροντα Θεόδωρου
της ηρεμεί τον φόβο.
Πίσω μας η Λουμπλιάνα
Πόλη χτισμένη στα έλη
Υπάρχει
Η εγκατάλειψη δυο μπουκαλιών Τεράν
Και η δική μας νεκρή σιδερώστρα
Μετά η πονεμένη πήλινη
τσαγιέρα δίπλα στις πιτσιλιές
Τσαγιού του μάρμαρου
Στην κουζίνα, φίλε Γιόσιπ.
Ζεστές οικοσκευές μας αποδέχτηκαν
χωρίς μιαν άχνα
Όλα ετούτα
Εμπεριέχονται
Στην επικράτεια της πόλης
Πίσω μας πια
Το μωρό τσιρίζει και η διπλανή
Σταυροκοπιέται
Μένει ένας γέρος φόβος
Απροσδιόριστος
Δικός μας
Γιατι πια
Κάθε αλλαγή φωτός πιο μακριά
Απ΄ τα σημεία των υπογείων
Διαβάσεων όπου μυρίζεις
Θάμνους ρίγανης στο Τίβολι
Και μέσα στο καλάθι ενός ποδήλατου
Το σύστημα ηχείων
Κάποιου πλανόδιου μουσικού
Να συγκεντρώνει διερχόμενο
Τον κόσμο.
{Φρανκφούρτη, 25.7.21}










